Πρωτοβουλία Γυναικών Πειραιά.Γυναικοκτονίες, η κατάληξη μιας μακράς πορείας έμφυλης βίας και ανισοτήτων

πούλουΤης Ματίνας Πούλου

Δικηγόρου, Πρώην Μέλους

του Κεντρικού Επιστημονικού Συμβουλίου Φυλακών

 

Η ύπαρξη ενός κατάλληλου κοινωνικού πλαισίου αναφοράς είναι αναντίρρητα κομβικής σημασίας για την προστασία των γυναικών και όλοι γνωρίζουμε, ότι στις πρόσφατες γυναικοκτονίες, οι περισσότερες θα είχαν σωθεί, αν τα αντανακλαστικά των αρμόδιων αρχών ήταν γρήγορα και οι χώροι καταφυγής επαρκείς

Σε αντίθεση με το τέλος της δεκαετίας του ’80 που το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα είχε ήδη διανύσει μια πορεία αμήχανης σιωπής και είχε καταγράψει ατελέσφορες προσπάθειες μέσα στους κύκλους των νοσταλγικών απολογισμών του (1), σήμερα διεκδικεί ηχηρά πλέον την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στον κοινωνικό βίο και βάζει στο δημόσιο διάλογο με ένταση, όπως άλλωστε του αξίζει, το ζήτημα της έμφυλης βίας. Η βία κατά των γυναικών λόγω φύλου, στην πλειονότητα των περιπτώσεων ασκείται εντός του οικογενειακού, συγγενικού, επαγγελματικού, φιλικού περιβάλλοντος και είναι αυτή ακριβώς η οικειότητα που «κανονικοποιεί» εγκληματικές συμπεριφορές μετατρέποντάς τες σε ιδιωτική υπόθεση. Η αδυναμία των γυναικών να καταγγείλουν τον «δικό τους άνθρωπο» σε ένα κοινωνικό σύστημα που ανέχεται στην καλύτερη περίπτωση, και αναπαράγει στην  χειρότερη, τους παραδοσιακούς ρόλους κυριαρχίας και ελέγχου, κατατάσσει την έμφυλη βία στο χώρο της αφανούς εγκληματικότητας. Η γυναικοκτονία αποτελεί το δραματικό τέλος μιας μακράς προηγούμενης πορείας έμφυλων διακρίσεων, βίας αλλά κυρίως είναι απότοκο εκείνης της αντίληψης, που αντιμετωπίζει τις γυναίκες με όρους εξουσίασης. Είναι επομένως κάτι περισσότερο από μία ανθρωποκτονία, είναι ανθρωποκτονία με ένα επιπλέον στοιχείο το στοιχείο εκείνο που, όπως εύστοχα έχει υποστηριχθεί (2), συναιρούνται δυο άκρα: η ακραία εγκληματική συμπεριφορά και η ακραία θανατογόνος μορφή εκείνης της βίας, που θα ονομαστεί έμφυλη βία. Έχει δηλαδή μία διττή ταυτότητα βίας, μία κρυμμένη (την έμφυλη βία) και μία φανερή (την ανθρωποκτονία). Το ερώτημα που τίθεται είναι αν αυτό το επιπλέον στοιχείο της έμφυλης βίας μπορεί να αποτυπωθεί στην ποινική νομοθεσία;

Υποστηρίζεται (3), ότι για την εισαγωγή της γυναικοκτονίας στον ΠΚ έχουν προταθεί είτε α) η εισαγωγή επιβαρυντικής περίστασης απευθείας στο άρθρο 299 Π.Κ., είτε β) με την προσθήκη στο άρθρο 82Α του Π.Κ. της διάκρισης λόγω φύλου, είτε γ) µε την ένταξη στο πλαίσιο της επιµέτρησης της ποινής στο άρθρο 79 Π.Κ. του παράγοντα της έµφυλης βίας, είτε ακόµη και δ) στερώντας από τον δράστη γυναικοκτονίας το κατ’ αρχήν δικαίωµά του στην αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων.

Σήμερα η ανθρωποκτονία τιμωρείται με την εσχάτη των ποινών, δηλαδή τα ισόβια και επομένως αυστηροποίηση της ποινικής μεταχείρισης δεν νοείται. Εξάλλου είναι βάσιμος ο φόβος (4), ότι μια τέτοια πρόταση ανοίγει το δρόμο στη θανατική ποινή, αφού στην κλίμακα των ποινικών κυρώσεων  μετά τα ισόβια είναι ο θάνατος. Σχετικά δε με την προσθήκη της έμφυλης διάκρισης στο ρατσιστικό έγκλημα του άρθρου 82 Α ΠΚ, προβλέπεται ήδη η επαύξηση της ποινής, όταν η επιλογή του θύματος γίνεται λόγω των χαρακτηριστικών φύλου και η επαύξηση αυτή διατρέχει όλα τα εγκλήματα του Κώδικα (5).

Επομένως και στις τέσσερις παραπάνω περιπτώσεις για να υπάρξει επαύξηση του αξιοποίνου, που διαφοροποιεί τη γυναικοκτονία από την ανθρωποκτονία, θα πρέπει να επιτρέπεται η διαβάθμιση της ποινής, κάτι το οποίο εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει, λόγω της επιβολής των ισοβίων.

Αντίθετα η επαύξηση αυτή είναι δυνατή, όταν «σπάσουν» τα ισόβια κατά την ποινική αργκό. Τούτο συμβαίνει είτε στη διάπραξη του εγκλήματος εν βρασμώ ψυχικής ορμής, είτε στην αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 ΠΚ. Εξάλλου είναι γνωστό, ότι οι γυναικοκτονίες συχνά συγκαλύπτονται (6) πίσω από τον όρο «εγκλήματα πάθους» ή παλαιότερα «εγκλήματα τιμής», για να δικαιολογηθεί ότι το έγκλημα οφείλεται στην ψυχική υπερδιέγερση του δράστη για την οποία έμμεσα ευθύνεται το ίδιο το θύμα. Αποτέλεσμα η ελαφρύτερη τιμωρία του.

Κλείνοντας την παρένθεση αυτή, θεωρώ ότι η επαύξηση του αξιοποίνου στις παραπάνω περιπτώσεις είναι εκτός από δικαιοπολιτικά αναγκαία, και δογματικά ορθή, καθώς αποτυπώνει το επιπλέον στοιχείο της έμφυλης διάστασης, που υπάρχει σε αυτή την ιδιαίτερη μορφή ανθρωποκτονίας, τη γυναικοκτονία. Υπό αυτή την οπτική, η τροποποίηση του άρθρου 82Α του ΠΚ με την πρόβλεψη κατώτατου ορίου των 12 ετών κάθειρξης (7) για τις περιπτώσεις εκείνες, που αναγνωριστούν ελαφρυντικά, είναι μία συζητήσιμη πρόταση.

Ειδικά για το ζήτημα της έμφυλης βίας οι νομοθετικές πρόνοιες είναι μεν σημαντικές αλλά δεν αρκούν. Η ύπαρξη ενός κατάλληλου κοινωνικού πλαισίου αναφοράς είναι αναντίρρητα κομβικής σημασίας για την προστασία των γυναικών και όλοι γνωρίζουμε, ότι στις πρόσφατες γυναικοκτονίες, οι περισσότερες θα είχαν σωθεί, αν τα αντανακλαστικά των αρμόδιων αρχών ήταν γρήγορα και οι χώροι καταφυγής επαρκείς. Είναι γνωστό άλλωστε, ότι στο έδαφος ενός διαλυμένου κοινωνικού κράτους ανθούν πάντα οι διακρίσεις και ποτέ η ισότητα.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *