ΣΥΡΟΣ: ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΝΗΣΙ

σύρος 1Μετά από μόλις δύο ώρες ταξιδιού, πριν ακόμη η μπουκαπόρτα ακουμπήσει στην προκυμαία, μας επιτίθενται χαρωπά άσπρα μπιπ-μπιπ φορτωμένα με τεράστια καλάθια. Πουλάνε λουκούμια φωνάζοντας δυνατά το όνομα του συνεχιστή της μικρασιάτικης καλοζωίας. Λειβαδάρας, Συκουτρής, Κορρές, Κανακάρης, Δεναξάς.

Το λουκούμι σερβίρεται δίπλα σε παγωμένο νερό από τα καταστήματα που απλώνονται στο μήκος της παραλίας. Το κυρίως πιάτο δεν αργεί. Σύννεφα από τις κουζίνες θολώνουν τις κορυφές των δύο λόσύρος 2φων, η Σύρος -Σύρα για τους ντόπιους- ξεπροβάλλει πανέμορφη ακουαρέλα που μυρίζει γλυκάνισο.

Χανόμαστε στους στολισμένους με βουκαμβίλιες στενούς δρόμους πέριξ του λιμανιού και, καθώς είμαστε προετοιμασμένοι ότι θα συναντήσουμε άλλο ένα κομμάτι του κομψού λαβύρινθου, μπροστά μας ξεπροβάλλει ανοιχτή και τεράστια μία πλατεία στολισμένη με τόνους μάρμσύρος 3αρο, φοινικόδεντρα και εκατοντάδες περιστέρια. Έχει πάρει το όνομά της από την καπετάν Μιαούλη ο οποίος, αδιαφορώντας για την τιμή που απολαμβάνει, αγναντεύει το πέλαγος έχοντας γυρισμένη την πλάτη στο δημαρχείο. Πρόκειται για σκηνικό που ανήκει σε ταινία πανάκριβης παραγωγής. Επιβλητικό, μεγαλοπρεπές, σε καθηλώνει με την τελειότητα του όγκου του, σε προσκαλεί να το εξερευνήσεις, να μάθεις τα μυστικά του ή να προσθέσεις κι άλλα. Το υπογράφει ένας μετρ του είδους. Ο Τσίλλερ.

Φεύγουμε θαμπωμένοι από την εισαγόμενη αρχιτεκτονική και περπατάμε στον πλίνθινο δρόμο που θυμίζει ευρωπαϊκό βορρά. Στη κορυφή, κορώνα της θεατρικής μας Ιστορίας, το Θέατρο Απόλλων. Ξύνεις τους τοίχους και βρίσκεις την μυρωδιά του αρώματος της Κοτοπούλη, κάνεις δύο βήματα και νιώθεις να σε τραβούν στον χορό τους ιταλικά μπαλέτα, τεντώνεις τα αυτιά και ακούς βαρύτονους, επευφημίες και χειροκροτήματα από εκατοντάδες καλοντυμένους Συριανούς, ανάμεσά τους ο Ροΐδης, ο Σουρής, ο Βικέλας… Μην έχουμε καμία παρεξήγηση. Το Θέατρο Απόλλων δεν αποτελεί μελαγχολικό φάντασμα του ένδοξου παρελθόντος, αλλά οργανισμό που ζει στην εποχή του και ενίοτε μπροστά από αυτή. Ανηφορίζουμε. Μπροστά μας η “κομψοτέρα των εκκλησιών”, όπως την αποκαλούσε ο Όθωνας. Εκπέμπει αρχοντιά που έρχεται από μακριά, άντεξε στις φουρτούνες, γι αυτό και είναι αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο. Μας υποδέχονται άγγελοι, νιώθουμε ότι ο Θεός βρίσκεται κάπου εκεί, ίσως ανάμεσα στις ακτίνες πολύχρωμου φωτός που μπαίνουν από τα παράθυρα.

Βγαίνουμε φτερουγίζοντας συντροφιά με βυζαντινούς και βρισκόμαστε στην ωραιότερη περιοχή της Ερμούπολης, στα “Βαπόρια”. Δύσκολα βρίσκεις συγκεντρωμένα τόσο κομψά σπίτια. Είναι σαν πέτρινα καράβια που επιτέλους ξεκουράζονται, από τα παράθυρά τους αφήνουν να φανούν ζωγραφισμένα ταβάνια, οικόσημα στολίζουν τις βαριές ξύλινες πόρτες τους, σκαλίσματα εκπληκτικής δεξιοτεχνίας στα μαρμαρένια μπαλκόνια, σπίτια που δεν τα έχει φτιάξει μόνο ο πλούτος, αλλά και η καλαισθησία, η φυσική αρχοντιά, η επίγνωση της αθανασίας του πολιτισμού. Μαγεμένοι ψηλαφίζουμε κάγκελα, χτυπάμε μπρούτζινα χτυπητήρια με συνοφρυωμένες μορφές, αναζητάμε τους ήχους που κάνει η καρδιά ενός τόπου ο οποίος θέλει να μείνει αξέχαστος.

Παίρνουμε τον δρόμο ανάποδα. Στρίβουμε στο στενό που γράφει “οδός Απόλλωνος”. Ο Απόλλων παίρνει απουσίες. Εδώ στη γωνία, υπήρχε για χρόνια μια πόρτα ανοιχτή, μυρωδιά από λουλούδια και παλιό ξύλο, εδώ ο παλαιοπώλης Θρεψιάδης μας άνοιγε δρόμο ανάμεσα στα σεντούκια, τα γραφεία, τα αμπαζούρ, τα κάδρα και παρουσίαζε με τελετουργικές κινήσεις τα κομμάτια της Σύρας που δεν παραδίδεται. Τραγουδώντας την “Μοναξιά”, επιστρέφουμε στην πλατεία Μιαούλη. Ταξί για την Άνω Σύρο ή Απάνω Χώρα. Εδώ ζει από αιώνες σκαρφαλωμένη η καθολική παράδοση. Κορώνα της η ανακαινισμένη εκκλησία του Σαν Τζώρτζη και σύγχρονος απόστολός της ο Μάρκος Βαμβακάρης. Η “Φραγκοσυριανή” του ακούγεται στα φρεσκοασβεστωμένα χαμηλοτάβανα σπιτάκια, τραγουδιέται από τα πιτσιρίκια που τρέχουν στους δρόμους παίζοντας παλιά ξεχασμένα παιχνίδια, σου έρχεται αυθόρμητα στα χείλη καθώς στο μουσείο του κρέμεται το καλό του σακάκι και το μπουζούκι που γέννησε το λαϊκό τραγούδι.

«Μια φούντωση, μια φλόγα που έχω μέσα στην καρδιά». Ο Μάρκος είναι πανταχού παρών. Τραγουδά τους καημούς του από τα παλιά ραδιόφωνα των καφενείων της απανοχωρίτικης πιάτσας, παίζει δίπλα κομπολόι καθώς τρως υποβρύχιο, η σκιά του πέφτει στις κρυμμένες βεράντες που λες και έχουν καρφωθεί στο βουνό για να εξασφαλίσουν τη ωραιότερη θέα του κόσμου.

Έχει σουρουπώσει και φωνές ακούγονται πίσω από μία πόρτα που με το ζόρι ξεπερνά το ενάμιση μέτρο. Την ανοίγουμε δειλά και μας υποδέχονται τρανταχτά γέλια. Η αυλή ίπταται σαν μαγικό χαλί, μας τηγανίζουν λουκάνικα με μάραθο, αναποδογυρίζονται μπολ με πηχτές και ρέει άφθονο το ντόπιο κρασί. Η παρέα μεγαλώνει και το τζιουκ μποξ μεγαλουργεί. “Τα όμορφα τα γαλανά σου μάτια”. Μετά βίας αρθρώνουμε μια καληνύχτα και κατρακυλάμε στις εκατοντάδες των απότομων σκαλοπατιών. Ξανά στην καρδιά της Ερμούπολης, στην πλατεία Μιαούλη. Φωτισμένη κι έρημη, μοιάζει με ufo. Ανεβαίνουμε την καταπληκτική μαρμάρινη εξέδρα με τις εννέα μούσες που φιλοξενούσε τις εμφανίσεις της δημοτικής μουσικής, Μία εξωγήινη σκιά ξεπροβάλλει πίσω από τις καμάρες τραγουδώντας με φωνή παρ’ ολίγον τενόρου θρησκευτικούς ύμνους και στρατιωτικά εμβατήρια. Μας χαιρετάει βγάζοντας το καπέλο του. “Ποια μέρη αξίζει να επισκεφτούμε”, τον ρωτάμε. Τα δάχτυλα του γρατζουνάνε το ακορντεόν.

“Θα σε πάρω να γυρίσω / Φοίνικα, Παρακοπή / Γαλησσά και Nτελαγκράτσια…”

Αυτά είναι μερικά από τα ονόματα των χωριών της Σύρας. Το νησί είναι στολισμένο με ψαροχώρια, ορεινά κτήματα και παραλίες. Έξη γαλάζιες σημαίες -οι περισσότερες από όλα τα κυκλαδονήσια- ανεμίζουν και δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Τον πάντα ήρεμο Γαλησσά, τις νεανικές Αγκαθωπές, τον οικογενειακό Φοίνικα, τα κρυμμένα Κόκκινα, το γραφικό Αχλάδι, το Κίνι που κάθε απόγευμα αποχαιρετά τον ήλιο, την ασφαλή για παιδιά Βάρη, το χίπικο Κόμητο, τη νωχελική Αμπέλα, το Δελφίνι, την ακόμη πιο χίπικη Αγία Πακού, τα κρυφά νερά που ανακαλύπτει το καΐκι του καπετάν Λάκη…

Επιλέγουμε τον τελευταίο. Προορισμός τα γαλαζοπράσινα Γράμματα, εκεί που υπάρχουν αρχαίες επιγραφές. Περνάμε από τοπία με πύργους, μικροκαμωμένες εκκλησίες, επιβλητικά νεοκλασικά, ταπεινά χωριατόσπιτα με σκιές από καλάμια.

Ο ήχος του κύματος μπερδεύεται με την Aida και μπαγλαμαδάκια.

Όλος ο κόσμος σε ένα νησί.

Ιδού οι αγαπημένες μας προτάσεις για φαγητό, ποτό, μπάνιο, διασκέδαση και ψώνια, για την απόλυτη καλοκαιρινή συριανή εμπειρία:

Δεν θα αισθανθείς πιο ευτυχής όσο όταν κάθεσαι στα λευκά τραπεζάκια του Αllou Yialou, μετά από ώρες μπάνιου στην παραλία Κίνι, με το νερό να σκάει δίπλα, τον ήλιο να ετοιμάζεται και αυτός να βουτήξει και τη μυρωδιά των πεντανόστιμων εδεσμάτων να σπάνε τη μύτη. Το μαγιό στάζει πάνω στο τραπεζομάντιλο και με έναν περίεργο τρόπο ακόμα και το ψωμί με το λάδι έχουν θεϊκή γεύση. To τρομερά ενημερωμένο, γκουρμέ εστιατόριο της Σύρου σημειώνει ανοδική πορεία για πάνω από μία δεκαετία και πλέον είναι συνώνυμο όχι μόνο με την καλοπέραση αλλά και την όλη φιλοσοφία του νησιού. Ψάρια τόσο φρέσκα που λιώνουν στο στόμα, ξεχωριστό μενού με παραδοσιακές ελληνικές γεύσεις από τη βραβευμένη σεφ Λίνα Φουρνιστάκη, πιάτα με φαντασία και συνδυασμούς που δεν θα μπορούσες να σκεφτείς μόνος σου αλλά θα σε κάνουν να τα ερωτευτείς με την πρώτη μπουκιά. Και όλα αυτά στο πιο φιλόξενο, χαρούμενο, γαλάζιο περιβάλλον, με το κυκλαδίτικο ηλιοβασίλεμα να σου κόβει την ανάσα.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *